Μαλαματένιος Αργαλειός …

& Φιλντισένιο Χτένι

Ο αργαλειός ήταν ένας οικιακός μηχανισμός, μέσω του οποίου ασκήθηκε η παραδοσιακή και εξαιρετικά χρήσιμη τέχνη της ύφανσης, η οποία μεταδιδόταν από τη γιαγιά στην εγγονή και από τη μάνα στην κόρη. Ήταν το πιο απαραίτητο και το πιο πολύτιμο εργαλείο για την κάθε νοικοκυρά, που συντελούσε στην αυτάρκεια και στην οικιακή οικονομία των νοικοκυριών της Περαχώρας, μιας περασμένης εποχής.

«Τιμή μεγάλη και τρανή – πουν’ ο αργαλειός στο σπίτι, το κάθε δόντι του αργαλειού αξίζει μαργαρίτη.»

Έχοντας αργαλειό στο σπίτι της, στο πιο ευάερο και πιο ευήλιο δωμάτιο του σπιτιού ή στο κατώι του, κάθε αγροτική οικογένεια, ήταν σαν να είχε στη δούλεψή της ένα ατομικό υφαντουργικό εργαστήρι, που κάλυπτε όλες τις ανάγκες σε είδη ρουχισμού και κλινοσκεπασμάτων. Η εργασία στον αργαλειό ήταν αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση. Οι θυγατέρες των οικογενειών ύφαιναν τα προικιά τους και όσα νοικοκυριά δεν είχαν αργαλειό απευθύνονταν στις επαγγελματίες υφάντρες.

  • Η λειτουργία του αργαλειού συνέβαλε μέγιστα στην οικιακή οικονομία, έως τις αρχές της δεκαετίας 1970, οπότε η χρήση του άρχισε σταδιακά να εκλείπει.
    Μέχρι τότε κάλυπτε τις ανάγκες της κάθε οικογένειας σε
  • Υφάσματα για τις επίσημες φορεσιές (δίμ(ι)τινα και αγένωτα / βαμβακερά υφαντά για την κατασκευή της Μουντάφισσας
  • Υφάσματα για ρούχα καθημερινής χρήσης (σακάκια, παντελόνια, πουκάμισα, φούστες, φουστάνια, ζακέτες, μεσοφόρια, ποδιές, φανέλες)
  • Υφάσματα για ασπρόρουχα, τραπεζομάντηλα, πετσέτες
  • Κλινοσκεπάσματα (σεντόνια, καραμελωτές κουβέρτες, μπαντανίες χράμια, βελέντζες, μαξιλάρες, πάντες για τους τοίχους)
  • Στρωσίδια (χαλιά με πολύχρωμα και περίπλοκα συνήθως σχέδια, φλοκάτες, κιλίμια, κουρελούδες)
  • Υφάσματα για είδη που εξυπηρετούσαν την εργασία, όπως οι λινάτσες, τα σακιά, τα σαμαροσκούτια, τα ταγάρια, τα δισάκια, οι ντορβάδες, οι κάπες και οι καπότες (βαριά πανωφόρια από γίδινο μαλλί με κουκούλες για τους βοσκούς), οι τσαντίλες (αραιοϋφασμένα πανιά για την αποστράγγιση του τυριού).

Ο Μηχανισμός

Το πολύτιμο εργαλείο στηριζόταν επάνω σε τέσσερα ισομεγέθη και βαριά ξύλα, κυρίως κυπαρισσιού, τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους με άλλα πολλά μικρότερα, με ειδικούς αρμούς που κατασκεύαζαν οι ξυλουργοί.

Πλήθος τα εξαρτήματα του αργαλειού. Όλα τους ήταν άκρως απαραίτητα για τη λειτουργία αυτού του πανάρχαιου μηχανισμού και κατά συνέπεια για την κατασκευή των πολύτιμων, για το κάθε νοικοκυριό, υφαντών. Τα κυριότερα από αυτά ήταν τα δύο αντιά – ξύλινοι κύλινδροι που επάνω τους τυλίγονταν το νήμα και το ύφασμα-, τα χτένια, η κουρούνα, η ποταμίστρα, τα μιτάρια, η σαΐτα, τα μασούρια, τα ποδαρικά, οι σφίχτες κ.ά. Το πιο δύσκολο και πολύπλοκο στην κατασκευή ήταν το χτένι, το οποίο αποτελείτο από δεκάδες μικρά «δόντια» από καλάμι, μέσα από τα οποία περνούσε το στημόνι, κόκκινο ή λευκό νήμα, το οποίο τα τελευταία χρόνια οι νοικοκυρές το προμηθεύονταν και από το εμπόριο. Ανάμεσα στο στημόνι, γινόταν η κύρια ύφανση – συγκράτηση του υφαντού.

Το αποτέλεσμα της λειτουργίας του αργαλειού ήταν εκπληκτικό. Πλήθος υφαντών που στοιβάζονταν με επιμέλεια στους «γιούκους» των φτωχικών περαχωρίτικων σπιτιών, ανταμοιβή του κόπου πολύπλοκης εργασίας, κατά την οποία η γυναίκα του σπιτιού, εφάρμοζε την τέχνη που είχε μάθει από τη γιαγιά ή τη μάνα, σκυμμένη για μέρες επάνω στον αργαλειό, χτυπώντας το χτένι ρυθμικά και δυνατά για να σφίξει το νήμα ανάμεσα στο στημόνι.

Η επεξεργασία του μαλλιού

Πρώτη ύλη για την κατασκευή των υφαντών ήταν το νήμα, το οποίο προερχόταν από το μαλλί των αιγοπροβάτων, κυρίως όμως των προβάτων, μετά από την κουρά τους που γινόταν από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο. Το μαλλί το έβραζαν μέσα σε μεγάλα καζάνια για να καθαρίσει. Ύστερα το έλιαζαν στον ήλιο για να στεγνώσει και το έξαιναν με τα λανάρια (μεγάλα χτένια) για να το κάνουν τουλούπες, το πιο εκλεκτό δηλαδή μέρος του, το οποίο προοριζόταν για νήμα. Σειρά είχε το γνέσιμο ή κλώσιμο, το οποίο  γινόταν με τη ρόκα. Η νοικοκυροσύνη και η τέχνη της υφάντρας φαινόταν από το πόσο λεπτή έκανε την κλωστή του νήματος. Ακολουθούσε το βάψιμο των κλωστών. Οι κλωστές βάφονταν σε κουλούρες και βέβαια βάφονταν μόνο όσες ήταν από άσπρα μαλλιά. Τα φυσικά μαύρα, τα “λάια”, δεν βάφονταν, ούτε και τα καστανόχρωμα.

Πριν βαφεί το μαλλί έπρεπε να υποστεί μια ειδική κατεργασία, την πρόστυψη. Με διάφορα λουτρά σε καταστάλαγμα στάχτης, διάλυση στύψης ή αλατιού προετοίμαζαν οι γυναίκες το μαλλί να δεχθεί στέρεα τα χρώματα. Αφού το νήμα στράγγιζε, βαφόταν σε βραστό νερό, παλιότερα με χρωστικές ουσίες φυτικές: το ριζάρι για το κόκκινο χρώμα, το ροδάμι του πουρναριού για διαφορετικό κόκκινο, ο μέλεγος για το πράσινο, οι φλούδες της καρυδιάς για το μαύρο, οι γαζίες για το κίτρινο, η φλούδα του πεύκου για το ανοιχτό καφέ, το λουλάκι για το γαλάζιο.

Επιτυγχάνονταν έτσι στέρεοι και ανεξίτηλοι χρωματισμοί, αλλά συχνά παρουσιάζονταν δυσκολίες στην εύρεση του ακριβούς τόνου και η επιτυχία της βαφής εξαρτιόταν από την ικανότητα της τεχνίτριας να βρει τον σωστό τόνο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι μπογιές του εμπορίου, που, όταν ήταν καλής ποιότητας, έδιναν σίγουρο και σταθερό αποτέλεσμα. Για τη σταθεροποίηση των χρωμάτων γινόταν το στύψιασμα, δηλαδή τελικό λουτρό των βαμμένων νημάτων σε διάλυση στύψης. Μετά το στέγνωμα, τα μαλλιά, ήταν έτοιμα για την ύφανση, που γινόταν στον αργαλειό. Πρώτα όμως οι κουλούρες θα πήγαιναν στην ανέμη και με το ροδάνι θα τυλίγονταν στα μασούρια για να πάνε για ύφανση. Έμπαιναν λοιπόν στην ανέμη που μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν κάθετο άξονα και μαζεύονταν στα μασούρια.

Πριν βαφεί το μαλλί έπρεπε να υποστεί μια ειδική κατεργασία, την πρόστυψη. Με διάφορα λουτρά σε καταστάλαγμα στάχτης, διάλυση στύψης ή αλατιού προετοίμαζαν οι γυναίκες το μαλλί να δεχθεί στέρεα τα χρώματα. Αφού το νήμα στράγγιζε, βαφόταν σε βραστό νερό, παλιότερα με χρωστικές ουσίες φυτικές: το ριζάρι για το κόκκινο χρώμα, το ροδάμι του πουρναριού για διαφορετικό κόκκινο, ο μέλεγος για το πράσινο, οι φλούδες της καρυδιάς για το μαύρο, οι γαζίες για το κίτρινο, η φλούδα του πεύκου για το ανοιχτό καφέ, το λουλάκι για το γαλάζιο.

Επιτυγχάνονταν έτσι στέρεοι και ανεξίτηλοι χρωματισμοί, αλλά συχνά παρουσιάζονταν δυσκολίες στην εύρεση του ακριβούς τόνου και η επιτυχία της βαφής εξαρτιόταν από την ικανότητα της τεχνίτριας να βρει τον σωστό τόνο. Αργότερα χρησιμοποιήθηκαν οι μπογιές του εμπορίου, που, όταν ήταν καλής ποιότητας, έδιναν σίγουρο και σταθερό αποτέλεσμα. Για τη σταθεροποίηση των χρωμάτων γινόταν το στύψιασμα, δηλαδή τελικό λουτρό των βαμμένων νημάτων σε διάλυση στύψης. Μετά το στέγνωμα, τα μαλλιά, ήταν έτοιμα για την ύφανση, που γινόταν στον αργαλειό. Πρώτα όμως οι κουλούρες θα πήγαιναν στην ανέμη και με το ροδάνι θα τυλίγονταν στα μασούρια για να πάνε για ύφανση. Έμπαιναν λοιπόν στην ανέμη που μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν κάθετο άξονα και μαζεύονταν στα μασούρια.

Τελικό Στάδιο

Μετά και από αυτό ακολουθούσε το τελικό στάδιο: η πολύπλοκη εργασία που περιλάμβανε το ίδιασμα (διάσιμο) και την περαμάτιση, δηλαδή τη διάταξη του στημονιού (νήματος) για το πέρασμά του στον αργαλειό. Ήταν μια εργασία που γινόταν από έμπειρες υφάντρες σε ελεύθερο υπαίθριο χώρο του χωριού και μόλις τελείωναν, ξεκινούσε πλέον η διαδικασία της ύφανσης και η δημιουργία στον αργαλειό.

Ο αργαλειός σήμερα με τη βιομηχανοποιημένη παραγωγή έχει σχεδόν εκλείψει. Αποτελούσε όμως για πολλά χρόνια το καλύτερο μέσο για υφαντά λαϊκής τέχνης, μιας τέχνης δύσκολης και επίπονης που έδωσε πραγματικά αριστουργήματα.

Τελικό Στάδιο

Μετά και από αυτό ακολουθούσε το τελικό στάδιο: η πολύπλοκη εργασία που περιλάμβανε το ίδιασμα (διάσιμο) και την περαμάτιση, δηλαδή τη διάταξη του στημονιού (νήματος) για το πέρασμά του στον αργαλειό. Ήταν μια εργασία που γινόταν από έμπειρες υφάντρες σε ελεύθερο υπαίθριο χώρο του χωριού και μόλις τελείωναν, ξεκινούσε πλέον η διαδικασία της ύφανσης και η δημιουργία στον αργαλειό.

Ο αργαλειός σήμερα με τη βιομηχανοποιημένη παραγωγή έχει σχεδόν εκλείψει. Αποτελούσε όμως για πολλά χρόνια το καλύτερο μέσο για υφαντά λαϊκής τέχνης, μιας τέχνης δύσκολης και επίπονης που έδωσε πραγματικά αριστουργήματα.

ΠΗΓΗ  – Νικόλαος Γεωργίου | Εκπαιδευτικός Π.Ε.70