Η τέχνη και η παράδοση

της Ελληνικής Φορεσιάς

Η τέχνη της παραδοσιακής φορεσιάς, είναι μια από τις αξιοζήλευτες εκφράσεις της πλούσιας λαϊκής παράδοσης της χώρας μας. Η ελληνική φορεσιά που διατηρεί τις ρίζες της στην αρχαιότητα δέχθηκε στο πέρασμα του χρόνου ποικίλες ανατολικές και δυτικές επιδράσεις και κατέληξε σε πολυάριθμες ποικιλίες παρουσιάζοντας διαφορές ακόμα και στην ίδια περιοχή.

Η ελληνική φορεσιά που διατηρεί τις ρίζες της στην αρχαιότητα δέχθηκε στο πέρασμα του χρόνου ποικίλες ανατολικές και δυτικές επιδράσεις και κατέληξε σε πολυάριθμες ποικιλίες παρουσιάζοντας διαφορές ακόμα και στην ίδια περιοχή

Η ενδυμασία δεν ήταν μόνο χρηστικό αντικείμενο ….

αλλά σε πολλές περιπτώσεις ήταν σπάνιο καλλιτεχνικό δημιούργημα υψηλής τέχνης και αισθητικής. Έργα ανθρώπων θαυμαστά που δήλωναν την επιθυμία για στολισμό, προβολή, καθιέρωση. Έργα που έδειχναν την ταυτότητα του τόπου και των κατοίκων του.

Στο μουσείο μας εκτός από τις τοπικές φορεσιές της Περαχώρας (Μουντάφισσα, Βλάχα & Τσολιάς)  θα δείτε και αυθεντικές παραδοσιακές φορεσιές από Μέτσοβο, Θράκη, Μάνη και από Κύπρο.

Μουντάφισσα Περαχώρας

Μια από τις ομορφότερες παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές του ελληνικού χώρου είναι αναμφισβήτητα η νυφική φορεσιά της Περαχώρας, η «Μουντάφισσα», που τη χαρακτηρίζουν τα ιδιαίτερα κεντήματά της μοναδικά σε όλη την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Αποτελείται από το πουκάμισο (κολονάτο), την τραχηλιά, τον μπούστο (τζάκος), το σεγκούνι, την ποδιά και τον κεφαλόδεσμο (μπόλια).

Κολονάτο

Το Κολονάτο πουκάμισο, νυφιάτικο και γιορτινό παίρνει τ’ όνομά του από τις κολόνες, τις κατακόρυφες κεντητές ταινίες δεξιά κι αριστερά στη «μάνα», που φθάνουν από τον ποδόγυρο ως κάτω από το στήθος. Φτιαγμένο από βαμβακερό ύφασμα του αργαλειού (υφαντό), που επεξεργαζόταν πριν υφανθεί για να λευκανθεί. Είναι φτιαγμένο από ενιαίο φύλλο μπρος-πίσω, τη «μάνα».

Το φάρδος του αυξανόταν με πλαϊνές λόξες (λοξάρια ή κλίνγκια) και με κοντύτερα λοξάρια κάτω από τη μασχάλη, ενώ τα μεγάλα λοξάρια έφθαναν λίγο πάνω απ’ την αρχή της μανικοκόλλησης. Η στρογγυλή λαιμόκοψη, ενισχυμένη με λωρίδα από το ίδιο πανί, καταλήγει σε κατακόρυφο άνοιγμα που κλείνει με δυο λευκά κουμπάκια με θηλιές.

Το κέντημα, δυσκολότατο στην εκτέλεση, γινόταν από μαύρες αλλά κυρίως σκούρες λαδοπράσινες κλωστές, που διανθίζονταν με μάλλινες κλωστές θαλασσί, μπλε, βυσσινί, ροζ, τσαγαλί και κοραλί. Το κέντημα συνδυάζει οριζόντια διακόσμηση στον ποδόγυρο και στις παρυφές των μανικιών και κατακόρυφη με τις κολόνες και τους δεκατέσσερις στύλους. Στο τελείωμα του ποδόγυρου, φαρδιά μπιμπίλα με χρωματική εναλλαγή συνήθως ανάμεσα στο βυσσινί, το θαλασσί, το ανοιχτοπράσινο και το γκριζοπράσινο.

Το Περαχωρίτικο κολονάτο πουκάμισο θεωρείται από τους ειδικούς εξέλιξη της Βυζαντινής δαλματικής που έχει διατηρήσει αρχαϊκότερες επιβιώσεις στην κοψιά και τη διάταξη του κεντητού διακόσμου.

Τραχηλιά, Τζάκος & Ποδιά

Η Τραχηλιά φτιαγμένη από βαμβακερό υφαντό με μεταξωτά κεντήματα κάλυπτε το στήθος. Τα κεντήματά της είναι πολύ ιδιαίτερα σε ποικίλους χρωματισμούς και συνήθως με γεωμετρικά μοτίβα.

Ο Τζάκος (ή διμίτι ή διμινό) είναι λευκός, στενός και κοντός μπούστος φτιαγμένος από βαμβακερό ύφασμα. Τα κοντά μανίκια του είναι περίτεχνα κεντημένα με μάλλινες κλωστές και αφήνουν να αποκαλύπτονται τα εξαιρετικά κεντημένα κατωμάνικα του κολονάτου πουκάμισου.

Η νυφική ποδιά φτιαγμένη από βαμβακερό ύφασμα του αργαλειού (υφαντό), είναι κεντημένη με διακοσμητικά γεωμετρικά μοτίβα παρόμοια με το κολονάτο πουκάμισο

Κοσμήματα :  Τη νυφική φορεσιά της Περαχώρας ολοκληρώνουν κοσμήματα όπως η καδένα ή άλυσες (γιορντάνια) που στόλιζαν τον λαιμό και το στήθος, τα θηλυκωτάρια που συγκρατούσαν τη ζώνη και τα σκουλαρίκια που συμπλήρωναν τη φορεσιά. Μαλαμοκαπνισμένα σφυρήλατα θηλυκωτάρια με εντυπωσιακό έκτυπο διάκοσμο τόσο στις πόρπες όσο και στο κεντρικό έξαρμα.

Τραχηλιά, Τζάκος & Ποδιά

Η Τραχηλιά φτιαγμένη από βαμβακερό υφαντό με μεταξωτά κεντήματα κάλυπτε το στήθος. Τα κεντήματά της είναι πολύ ιδιαίτερα σε ποικίλους χρωματισμούς και συνήθως με γεωμετρικά μοτίβα

Ο Τζάκος (ή διμίτι ή διμινό) είναι λευκός, στενός και κοντός μπούστος φτιαγμένος από βαμβακερό ύφασμα. Τα κοντά μανίκια του είναι περίτεχνα κεντημένα με μάλλινες κλωστές και αφήνουν να αποκαλύπτονται τα εξαιρετικά κεντημένα κατωμάνικα του κολονάτου πουκάμισου

Η νυφική ποδιά φτιαγμένη από βαμβακερό ύφασμα του αργαλειού (υφαντό), είναι κεντημένη με διακοσμητικά γεωμετρικά μοτίβα παρόμοια με το κολονάτο πουκάμισο

Κοσμήματα :  Τη νυφική φορεσιά της Περαχώρας ολοκληρώνουν κοσμήματα όπως η καδένα ή άλυσες (γιορντάνια) που στόλιζαν τον λαιμό και το στήθος, τα θηλυκωτάρια που συγκρατούσαν τη ζώνη και τα σκουλαρίκια που συμπλήρωναν τη φορεσιά. Μαλαμοκαπνισμένα σφυρήλατα θηλυκωτάρια με εντυπωσιακό έκτυπο διάκοσμο τόσο στις πόρπες όσο και στο κεντρικό έξαρμα. Γιορντάνια

Μπόλια

Η Μπόλια (ή μπάλι ή μεσάλι) είναι πιθανόν ο αρχαιότερος τύπος κεφαλόδεσμου στον ελληνικό χώρο. Ραμμένη από δίμιτο βαμβακερό ύφασμα με κεντήματα στις άκρες και μακριά μεταξωτά κρόσσια με φούντες στις απολήξεις. Κέντημα από μετάξι σε κόκκινο χρώμα, σκούρο καφέ με λίγο πράσινο, μπλε, κίτρινο ή μαύρο.

Ο παλιότερος τρόπος δεσίματος δεν είναι γνωστός. Οι γυναίκες σκέπαζαν με αυτή το κεφάλι και το κεντητό της μέρος ερχόταν στο μέτωπο. Η μια της άκρη στεφάνωνε το κεφάλι και η άλλη έπεφτε στον ώμο. Η μπόλια συνηθιζόταν μόνο στις γιορτινές και νυφικές εμφανίσεις. Τις μπόλιες τις έδεναν στον σταυρό που έβαζαν οι χτίστες στην κορυφή κάθε νέου σπιτιού. Οι γυναίκες τη χάριζαν στον πρωτομάστορα, όταν τελείωνε το χτίσιμο και εκείνος την έπαιρνε μαζί του τυλιγμένη σαν σαρίκι γύρω στο κεφάλι του.

Μπόλια

Η Μπόλια (ή μπάλι ή μεσάλι) είναι πιθανόν ο αρχαιότερος τύπος κεφαλόδεσμου στον ελληνικό χώρο. Ραμμένη από δίμιτο βαμβακερό ύφασμα με κεντήματα στις άκρες και μακριά μεταξωτά κρόσσια με φούντες στις απολήξεις. Κέντημα από μετάξι σε κόκκινο χρώμα, σκούρο καφέ με λίγο πράσινο, μπλε, κίτρινο ή μαύρο.

Ο παλιότερος τρόπος δεσίματος δεν είναι γνωστός. Οι γυναίκες σκέπαζαν με αυτή το κεφάλι και το κεντητό της μέρος ερχόταν στο μέτωπο. Η μια της άκρη στεφάνωνε το κεφάλι και η άλλη έπεφτε στον ώμο. Η μπόλια συνηθιζόταν μόνο στις γιορτινές και νυφικές εμφανίσεις. Τις μπόλιες τις έδεναν στον σταυρό που έβαζαν οι χτίστες στην κορυφή κάθε νέου σπιτιού. Οι γυναίκες τη χάριζαν στον πρωτομάστορα, όταν τελείωνε το χτίσιμο και εκείνος την έπαιρνε μαζί του τυλιγμένη σαν σαρίκι γύρω στο κεφάλι του.

Σιγκούνι

Το Σιγκούνι, ο αμάνικος μεσάτος επενδύτης της Μουντάφισσας. Είναι εφαρμοστό στον κορμό και κάτω πλαταίνει με χάρη, παρόλο το πάχος του υφάσματος και το βάρος της διακόσμησης. Το μάλλινο, βαρύ ύφασμα στο φυσικό του χρώμα ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες που, στην συνέχεια, το πήγαιναν στη νεροτριβή για να γίνει σαγιάκι ή ράσικο, όπου αποκτούσε φάρδος γύρω στα 35εκ.

Ο τερζής ή ρασάς κατόπιν αναλάμβανε να το κόψει και να το ράψει. Τέλος το κεντούσαν ειδικοί ραφτάδες με πολύχρωμα μεταξωτά γαϊτάνια, επίρραπτα χρωματιστά κορδονέτα πάνω σε τσόχα ή βελούδο και, αργότερα, με πούλιες ή με γαζιά που έρχονταν σε έντονη χρωματική αντίθεση με το λευκό φόντο. Το κέντημα σχηματίζει ζώνες οριζόντιες από τη μέση και κάτω, ενώ στο στενό πανωκόρμι οι ζώνες είναι κατακόρυφες.

Φαίνεται ότι ο παλαιότερος τύπος σιγκουνιού ήταν μακρύς, φθάνοντας ως κάτω από την περιφέρεια. Αργότερα το σιγκούνι κόντυνε αισθητά στην Περαχώρα αλλά παρέμεινε λευκό και με την ίδια κοπή όπως το παλιό

Σιγκούνι

Το Σιγκούνι, ο αμάνικος μεσάτος επενδύτης της Μουντάφισσας. Είναι εφαρμοστό στον κορμό και κάτω πλαταίνει με χάρη, παρόλο το πάχος του υφάσματος και το βάρος της διακόσμησης. Το μάλλινο, βαρύ ύφασμα στο φυσικό του χρώμα ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες που, στην συνέχεια, το πήγαιναν στη νεροτριβή για να γίνει σαγιάκι ή ράσικο, όπου αποκτούσε φάρδος γύρω στα 35εκ.

Ο τερζής ή ρασάς κατόπιν αναλάμβανε να το κόψει και να το ράψει. Τέλος το κεντούσαν ειδικοί ραφτάδες με πολύχρωμα μεταξωτά γαϊτάνια, επίρραπτα χρωματιστά κορδονέτα πάνω σε τσόχα ή βελούδο και, αργότερα, με πούλιες ή με γαζιά που έρχονταν σε έντονη χρωματική αντίθεση με το λευκό φόντο. Το κέντημα σχηματίζει ζώνες οριζόντιες από τη μέση και κάτω, ενώ στο στενό πανωκόρμι οι ζώνες είναι κατακόρυφες.

Φαίνεται ότι ο παλαιότερος τύπος σιγκουνιού ήταν μακρύς, φθάνοντας ως κάτω από την περιφέρεια. Αργότερα το σιγκούνι κόντυνε αισθητά στην Περαχώρα αλλά παρέμεινε λευκό και με την ίδια κοπή όπως το παλιό

ΚΕΙΜΕΝΑ– Νικόλαος Γεωργίου | Εκπαιδευτικός ΠΕ 70
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ Γεωργία Ράπτη