Σωρός ρούχων

ο Γιούκος

Ένα έθιμο, που έρχεται από πολύ παλιά, είναι τα προικιά και η έκθεσή τους πριν το γάμο.
Προικιά  είναι το σύνολο των εσωρούχων, ρούχων, σεντονιών, υφασμάτων, πλεκτών, πετσετών, τραπεζομάντηλων, και λοιπών αντικειμένων, που η νύφη έπαιρνε και αποτελούσαν έναν από τους βασικούς παράγοντες σ΄ένα γάμο. Η συγκέντρωσή τους ήταν δύσκολη και δαπανηρή. Κάποια δε από αυτά  απαιτούσαν πέρα από τα χρήματα για την αγορά τους και πολλή προσωπική εργασία.

Όταν πλησίαζε η ημερομηνία του γάμου, όλα έπρεπε να είναι έτοιμα.

Στην Περαχώρα ο γάμος ήταν τόσο μεγάλο γεγονός που το καθιστούσαν ισάξιο με πανηγύρι ενός Πολιούχου Αγίου . Κόσμος «πλημμύριζε» τα σπίτια του γαμπρού και της νύφης. Όλοι με πνεύμα βοήθειας – προσφοράς για τις απαιτούμενες  διαδικασίες. Δεν υπήρχαν προσκλητήρια, όλοι ήταν καλεσμένοι ! ακόμα και οι μαλωμένοι έτρεχαν στην εκκλησία μήπως και φάνε κανένα κουφέτο, αφού οι καραμέλες ήταν είδος πολυτελείας.

Πάντα την Δευτέρα το πρωί, πριν την Κυριακή του μυστηρίου, πήγαιναν οι φίλες, συγγενείς και γειτόνισσες της νύφης για το πλύσιμο της προίκας.

Η φωτιά, τα καζάνια, οι σκάφες, τα μοσχοσάπουνα, το λουλάκι και η αλυσίβα έδιναν κι έπαιρναν !

Ακολουθούσε το σιδέρωμα με μεγάλη σχολαστικότητα. Την Πέμπτη ξεκινούσε το «χτίσιμο» του Γιούκου με τις εντολές της μητέρας της νύφης και των πιο επιδέξιων γυναικών.

Γιούκος ονομάζεται το ορθογώνιο στήσιμο των χοντρο-ρούχων που προορίζονταν ως προίκα της νύφης. Η ονομασία του προέρχεται, πιθανότατα, από το τουρκικό yük, που σημαίνει φορτίο, σωρός «χοντρών» ρούχων, από σκεπάσματα και στρωσίδια.

Το στήσιμο

Η βάση για να «χτιστεί» ο Γιούκος ήταν συνήθως ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο, ντυμένο με το σεντόνι της φιγούρας, κοφτό με αντραντέ και δαντέλα. Ακολουθούσαν υφαντά χαλιά, χιράμια, καραμαλοτιές, προκόβες, σκουτέρια, πλεκτές κουβέρτες και στο τελείωμα έπαινε το «καλό» σατέν πάπλωμα.

Πάνω απ΄αυτό τοποθετούνταν τα μαξιλάρια φιγούρας συνήθως τέσσερα, τα οποία ήταν σετ με το σεντόνι της φιγούρας στην βάση του Γιούκου.

Όσο πιο μεγάλος ή ψηλός ήταν ο Γιούκος τόσο άξια ή πλούσια ήταν η νύφη.

Η τελευταία πινελιά ήταν η τοποθέτηση της εικόνας της Παναγιάς με το Χριστό και η φοντανιέρα με το ρύζι και τα ροδοπέταλα. Ο Γιούκος στηνόταν με μαθηματική ακρίβεια να μη ξεφεύγει ούτε πόντο! Εάν λίγο έγερνε τον χαλούσαν και πάλι από την αρχή.

Ο Συμβολισμός

Σκοπός της έκθεσης ή επίδειξης ήταν το κέρασμα και ασήμωμα των συγγενών και συμπεθέρων. Τα «καλά» κεντήματα, στρώσεις πλεκτά και κοφτά τα’απλωναν σε σχοινιά, ενώ τα σεντόνια, πετσέτες και άλλα λευκά είδη τα ντάνιαζαν στην σειρά.

Οι πρώτοι που κέρναγαν τον Γιούκο ήταν οι γονείς και οι συγγενείς της νύφης, ενώ την Παρασκευή είχε σειρά το σόι του γαμπρού και οι κουμπάροι.

Το Σάββατο πριν το γάμο έπαιρναν τα προικιά αφού πρώτα ασημώσουν ή τάξουν στις γυναίκες που τα έφτιαξαν, τα μετέφεραν μέσα σε μπαούλα και κασόνια με τα κάρα και τα πήγαιναν στο σπίτι των νεόνυμφων.

Η πομπή διέσχιζε όλο το χωριό πάντα με την συνοδεία τοπικών οργανοπαικτών με πολύ κέφι, χορό και τραγούδια, άφθονο κρασί, φαγητό και φυσικά διάθεση.

Ο Συμβολισμός

Σκοπός της έκθεσης ή επίδειξης ήταν το κέρασμα και ασήμωμα των συγγενών και συμπεθέρων. Τα «καλά» κεντήματα, στρώσεις πλεκτά και κοφτά τα’απλωναν σε σχοινιά, ενώ τα σεντόνια, πετσέτες και άλλα λευκά είδη τα ντάνιαζαν στην σειρά.

Οι πρώτοι που κέρναγαν τον Γιούκο ήταν οι γονείς και οι συγγενείς της νύφης, ενώ την Παρασκευή είχε σειρά το σόι του γαμπρού και οι κουμπάροι.

Το Σάββατο πριν το γάμο έπαιρναν τα προικιά αφού πρώτα ασημώσουν ή τάξουν στις γυναίκες που τα έφτιαξαν, τα μετέφεραν μέσα σε μπαούλα και κασόνια με τα κάρα και τα πήγαιναν στο σπίτι των νεόνυμφων.

Η πομπή διέσχιζε όλο το χωριό πάντα με την συνοδεία τοπικών οργανοπαικτών με πολύ κέφι, χορό και τραγούδια, άφθονο κρασί, φαγητό και φυσικά διάθεση.

Έχει Προίκα;

Ήταν ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα σε παλαιότερες δεκαετίες, ώστε ένας γαμπρός να προχωρήσει στην επιλογή της μελλοντικής του συζύγου. Αφού είχαν προηγηθεί τα λεγόμενα “μιλήματα” από τον προξενητή ή την προξενήτρα στην οικογένεια της νύφης, ακολουθούσε η διαδικασία του «λόγου», κατά την οποία ο πατέρας του γαμπρού μαζί με τους πιο κοντινούς συγγενείς του, πήγαιναν μαζί με τον προξενητή στο σπίτι της νύφης.

Πάντα, η πρώτη συζήτηση αφορούσε το θέμα της προίκας, και ειδικότερα χωράφια και σπίτια που θα έπαιρνε η νύφη, λεφτά, χρυσαφικά ή ό,τι άλλα ρούχα και κεντήματα θα συμπεριελάμβαναν τα προικιά της. Στη συνέχεια, συντασσόταν το προικοσύμφωνο, το οποίο υπέγραφαν οι δύο γονείς και δύο μάρτυρες.

Έχει Προίκα;

Ήταν ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα σε παλαιότερες δεκαετίες, ώστε ένας γαμπρός να προχωρήσει στην επιλογή της μελλοντικής του συζύγου. Αφού είχαν προηγηθεί τα λεγόμενα “μιλήματα” από τον προξενητή ή την προξενήτρα στην οικογένεια της νύφης, ακολουθούσε η διαδικασία του «λόγου», κατά την οποία ο πατέρας του γαμπρού μαζί με τους πιο κοντινούς συγγενείς του, πήγαιναν μαζί με τον προξενητή στο σπίτι της νύφης.

Πάντα, η πρώτη συζήτηση αφορούσε το θέμα της προίκας, και ειδικότερα χωράφια και σπίτια που θα έπαιρνε η νύφη, λεφτά, χρυσαφικά ή ό,τι άλλα ρούχα και κεντήματα θα συμπεριελάμβαναν τα προικιά της. Στη συνέχεια, συντασσόταν το προικοσύμφωνο, το οποίο υπέγραφαν οι δύο γονείς και δύο μάρτυρες.

Ο Λόγος

Εφόσον έμεναν και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες δινόταν κάποια «σημάδια», που επιβεβαίωναν τον “λόγο” που είχε δοθεί. Ο πατέρας του γαμπρού έδινε ένα φλουρί, οι γονείς της νύφης ένα κιλίμι, ενώ οι συγγενείς υφαντά προσόψια. Μετά ακολουθούσε άφθονο φαγοπότι και γλέντι με χορό και τραγούδι, που διαρκούσε πολλές φορές μέχρι τις πρωινές ώρες.

Η νύφη, έπαιρνε τα κινητά προικιά στο νέο της σπιτικό, όπως έπιπλα, μαγειρικά σκεύη, ρούχα και υφαντά. Μια μέρα πριν το γάμο, οι φίλοι του γαμπρού (μπρατίμια), τοποθετούσαν όλη την προίκα μέσα σε σεντούκια, και τη μετέφεραν στο σπίτι του γαμπρού και της νύφης, με τη συνοδεία οργάνων, αφού είχαν στολίσει το κάρο που τη μετέφερε.

Η απουσία προίκας σήμαινε ότι μια κοπέλα θα μπορούσε να “μείνει στο ράφι” και ήταν μια ταπεινωτική διαδικασία για το γυναικείο φύλο. Το αναχρονιστικό αυτό έθιμο, καταργήθηκε τελικά το 1983, επί Κυβέρνησης Α. Παπανδρέου.

Ο Λόγος

Εφόσον έμεναν και οι δύο πλευρές ικανοποιημένες δινόταν κάποια «σημάδια», που επιβεβαίωναν τον “λόγο” που είχε δοθεί. Ο πατέρας του γαμπρού έδινε ένα φλουρί, οι γονείς της νύφης ένα κιλίμι, ενώ οι συγγενείς υφαντά προσόψια. Μετά ακολουθούσε άφθονο φαγοπότι και γλέντι με χορό και τραγούδι, που διαρκούσε πολλές φορές μέχρι τις πρωινές ώρες.

Η απουσία προίκας σήμαινε ότι μια κοπέλα θα μπορούσε να “μείνει στο ράφι” και ήταν μια ταπεινωτική διαδικασία για το γυναικείο φύλο. Το αναχρονιστικό αυτό έθιμο, καταργήθηκε τελικά το 1983, επί Κυβέρνησης Α. Παπανδρέου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ – Γεωργία Ράπτη